Είναι κάποια τοπία που αξίζει να επισκεφτείς ξανά και ξανά, ακόμα και στη νεότητά σου, που είσαι αποφασισμένος συλλέκτης εμπειριών. Και όταν επισκέφτηκα ξανά, το βιβλίο που στην εφηβεία μου αποτελούσε ένα κλασικό τολμηρό ύμνο στον ναρκισσισμό, η εικόνα ήταν ξαφνικά ξεκάθαρη μπροστά μου πως δεν πρόκειται για μια φλεγματική ηδονιστική αφήγηση, αλλά για μια φιλοσοφική αναζήτηση στον χωροχρόνο, την ηθική και την αισθητική, που βασίζεται γερά σε αριστοτελικά θεμέλια.

Αποφάσισα να το περπατήσω και πάλι, ερευνώντας αυτό το terra incognita της ανθρώπινης φύσης και του αρχετυπικού φόβου του χρόνου, της φθοράς και της εικόνας –σαν κινηματογραφιστής αρχικά–, ώσπου, μετά την αρχική μου έρευνα και έχοντας ανατρέξει στους φιλοσοφικούς και λογοτεχνικούς συγγενείς και alter ego του Όσκαρ Γουάιλντ, οι λέξεις με προκαλούσαν να τους δώσω εικόνα και μορφή.

Στην Εποχή της εικόνας και της πληροφορίας, που διαδέχονται η μία την άλλη, η αποκαθήλωση του προσωπικού και κοινωνικού πορτρέτου, με γοήτευσε ως κινηματογραφιστή. Για έναν άνθρωπο της εικόνας που βιώνει την εποχή της κρίσης, αυτό ήταν ξαφνικά ένα επικίνδυνο γοητευτικό παιχνίδι συνειδησιακών αντανακλάσεων με φόντο το βικτωριανό Λονδίνο. Ένα σκηνικό που μηδενίζει το υπαρξιακό κοντέρ και δολοφονεί χαρακτήρες ενός κόσμου που ζει πέρα απ’ τα όρια της κρίσης και συντονίζεται μόνο με την προσωπική ηθική.

Στα δικά μου μάτια, η διασκευή ενός τέτοιου εγχειρήματος και η προσαρμογή στον παρόντα χρόνο ήταν καταρχήν μια ιεροσυλία, που θα έκανε όμως μια γέφυ- ρα στον χώρο και τον χρόνο, βγάζοντας στο φως έναν ολόκληρο κόσμο New Age Ηθικής, με όλα τα επίπεδα, τις αποχρώσεις και τις γκρίζες ζώνες της συνείδησης, ενώ ο κλασικός μύθος του Όσκαρ Γουάιλντ θα ερχόταν παράλληλα ανέπαφος να ακτινοσκοπήσει όλο το σύμπαν της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, από τον έρωτα έως το τέλος του κόσμου, και ενός σύμπαντος προσωπικού και επικίνδυνου, όπως κουβαλάμε όλοι.

Με μεγάλο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, στην παρούσα διασκευή και μετάφραση αφήνω παρ’ όλα αυτά τους προσωπικούς δαίμονες να αναζητήσουν τα βήματά τους, καθώς μπαινοβγαίνουν σε δυο παράλληλα σύμπαντα, να βρουν μόνοι τους τον τόνο ενός προδιαγραφέντος πεπρωμένου, κοινού για την ανθρώπινη φύση. Γιατί, όσο και αν επηρεάστηκε από τα πονήματα των ομολόγων του –Goethe (Faust), Robert Louis Stevenson (The Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde) και Disraeli’s (Sybil)– αλλά και τις βικτωριανές εμμονές αφήγησης, ο Ντόριαν Γκρέυ χειραφετήθηκε λογοτεχνικά, όντας διατεθειμένος για τα πάντα σ’ αυτό το παιχνίδι της ψυχής και της αιώνιας ύπαρξης.

Η υπέρβαση, η αισθητική και οι ισορροπίες –που ήταν παράλληλα η φιλοσοφική αγωνία και το ζητούμενο του συγγραφέα–, πιστεύω πως διατηρήθηκαν σ’ αυτή την προσαρμογή. Στόχος μου ήταν εξαρχής να συνθέσω μια εικόνα-γέφυρα, δημιουργώντας στην πραγματικότητα ένα κείμενο που στοχάζεται πάνω στον εαυτό του. Η παράσταση ακολούθησε μετά, όταν οι εικόνες με στοίχειωσαν, και θέλησα να ολοκληρώσω την έρευνά μου, εικονοποιώντας και δίνοντας μορφή στις αρχετυπικές κλασικές φιγούρες του βιβλίου, και βάζοντας τις λέξεις στο στόμα τους. Τέχνη μου είναι η εικόνα, καθώς θεωρώ πως αυτή η ανάπλαση του χωροχρόνου με το συναίσθημα και την τεχνολογία του σήμερα είναι ένα ενδιαφέρον θεατρικό-κινηματογραφικό παιχνίδι, που με παρέσυρε στη ροή του, και ήμουν τελικά και εγώ διατεθειμένος να το παίξω ως το τέλος.

Γιάννης Βολιώτης
Φεβρουάριος 2016